Η χούντα των βολεμένων βουλευτών: Απάντηση στο μήνυμα »Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΛΥΣΗ»

Συγνώμη, αλλά όλοι οι πολιτικοί, οι δήθεν αριστεροί (το δημιούργημα των τραπεζιτών, δολοφόνων των λαών, δολοφόνων ζώων και του πλανήτη), όλοι οι λεγόμενοι δεξιοί, κεντρώοι, συνδικαλιστές, οικολόγοι κλπ. είναι αντιδημοκράτες, είναι χουντικοί, φασίστες και φαντάροι των ιμπεριαλιστών. Έχετε ακούσει ποτέ να μιλάει κάποιος στα κόμματα, συνδικάτα για την γνήσια δημοκρατία και άμεση δημοκρατία από τον λαό για τον λαό? Όχι. Αυτός που ξέρει τι δικτατορικό και χουντικό σύστημα έχουμε φεύγει αμέσως. Πονάει για τον λαό της Ελλάδας και δεν θέλει το κακό του λαού της Ελλάδας.
Αυτός δεν θέλει τη χούντα των βολεμένων βουλευτών και των συνδικαλιστών που ο ένας βοηθάει τον άλλον, δεν θέλει να κυβερνάει ένας άνθρωπος πρωθυπουργός, ο οποίος αποφασίζει για όλο το έθνος. Αυτός δεν θέλει τους Παπαδοπουλαίους.

Κάτω η χούντα των βολεμένων!!! Γνήσια Δημοκρατία των αρχαίων Ελλήνων!!! Άμεση Δημοκρατία από τον λαό για τον λαό!!!
Οι εγκλωβισμένοι στα κόμματα και συνδικάτα που πραγματικά νοιάζονται για τον λαό της Ελλάδας, να φύγουν άμεσα από τα κόμματα και συνδικάτα!!! Ούτε μία ψήφος στους βολεμένους πολιτικούς και συνδικαλιστές!!! Μακριά από στυμμένες αντιδημοκρατικές και εχθρικές εκλογές!!!

——– Αρχικό Μήνυμα ——–

Θέμα: Re: Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΛΥΣΗ

Στις 7/12/2010 4:01 μμ, ο/η YIANNIS T έγραψε:

Γεια χαρά,
Σας στέλνω το δεύτερο κομμάτι από τη μετάφραση ενός άρθρου του  Αλεξ Καλλίνικου. (Το πλήρες άρθρο είναι: Οι πολιτικές της λιτότητας, του Alex Callinicos | TVXS.gr ή στα αγγλικά http://www.isj.org.uk/index.php4?id=678&issue=128).
 Toκομμάτι αυτό μιλάει για την Ελλάδα και την εναλλακτική   πολιτική λύση που χρειάζεται η αντίσταση απέναντι στη   λιτότητα (που ξαναφουντώνει μετά τις τελευταίες κινητοποιήσεις σε ΔΕΚΟ, ΔΗΜΟΥΣ, ΛΙΜΑΝΙΑ  ,ΜΜΕ ,ΦΟΙΤΗΤΕΣ –ΜΑΘΗΤΕΣ -και αναμένεται να κορυφωθεί με την Πανεργατική στις 15 Δεκέμβρη).
      Κατά συνέπεια, η λογική της αντίστασης στις περικοπές απαιτεί τη διαμόρφωση ενός εναλλακτικού οικονομικού προγράμματος. Αυτό είναι σαφές από την ελληνική εμπειρία, όπου η αυστηρότητα των μέτρων λιτότητας της κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου και το μέγεθος της αντίστασης των εργαζομένων έχουν οδηγήσει σε μια ευρύτερη συζήτηση για το πόσο επιθυμητή είναι η στάση πληρωμών, η αποχώρηση της Ελλάδας από την Ευρωζώνη και ίσως και από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως εξηγεί ο Πάνος Γκαργκάνας στη συνέντευξη που παραθέτουμε (http://www.isj.org.uk/index.php4?id=695&issue=128). Μια λεπτομερής περίληψη του τι θα σήμαινε κάτι τέτοιο δημοσιεύει το Research on Money and Finance (RMF), μια ομάδα ερευνητών με βάση τη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών (School of Oriental and African Studies) στο Λονδίνο.

Η πιθανότητα της Ελλάδος να κάνει στάση πληρωμών -σχεδόν 300 δισεκατομμύρια ευρώ σε ομόλογα του δημοσίου- βρίσκεται πλέον στην ημερήσια διάταξη. Ο Έλληνας Υπουργός Οικονομικών, Γιώργος Παπακωνσταντίνου, έκανε προσπάθεια να το αποκλείσει κατά την περιοδεία του στα Δυτικοευρωπαϊκά χρηματοοικονομικά κέντρα στα μέσα του Σεπτέμβρη: «Δεν θα υπάρξει αναδιάρθρωση του χρέους της Ελλάδας […] αυτό θα προκαλούσε ρήξη στην ενότητα της Ευρωζώνης». Υπάρχει, όμως, διάχυτη δυσπιστία στις χρηματοοικονομικές αγορές για το αν η αναδιάρθρωση μπορεί να αποφευχθεί, δεδομένου του βάρους του χρέους σε μια οικονομία η οποία συρρικνώνεται.
Το RMF τάσσεται υπέρ αυτού που ονομάζει «αναδιάρθρωση από το δανειζόμενο». Με άλλα λόγια, αντί η Ελλάδα να επιτρέψει στις Δυτικοευρωπαϊκές τράπεζες, που είναι οι βασικοί κάτοχοι των Ελληνικών ομολόγων να αντιδράσουν στην αποτυχία των μέτρων λιτότητας με την επιβολή αναδιάρθρωσης του χρέους, της οποίας το βάρος θα πέσει στους ώμους των εργαζομένων, θα πρέπει μόνη της η χώρα να παγώσει τις δόσεις των δανείων. Μια τέτοια κίνηση θα συνοδευθεί με την αποχώρηση από το ευρώ, ώστε να αρθεί το βασικό εμπόδιο του ελέγχου της νομισματικής πολιτικής και του τραπεζικού συστήματος στην ευρωζώνη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία είναι νεοφιλελεύθερη και δεν λογοδοτεί σε οποιονδήποτε δημοκρατικό έλεγχο: «Πρώτον, θα είναι πιο δύσκολο για τη χώρα που κάνει στάση πληρωμών να αντιμετωπίσει την εγχώρια τραπεζική κρίση χωρίς τον απόλυτο έλεγχο της νομισματικής πολιτικής. Γενικότερα, αν μετά τη στάση πληρωμών, οι τράπεζες μεταφέρονταν στα χέρια του δημοσίου αλλά εξακολουθούσαν να παραμένουν στο Ευροσύστημα, θα ήταν σχεδόν αδύνατο να χρησιμοποιηθούν για να αναμορφωθεί η οικονομία. Δεύτερον, η παραμονή στην ευρωζώνη θα πρόσφερε πολύ λίγο όφελος στη χώρα που κάνει στάση πληρωμών με την έννοια της πρόσβασης σε κεφαλαιακές αγορές, ή της μείωσης του κόστους δανεισμού. Τρίτον, δεν θα υπήρχε η επιλογή της υποτίμησης, αφαιρώντας έτσι το βασικό συστατικό της ανάκαμψης».
Αλλά, η στάση πληρωμών και η αποχώρηση από το ευρώ θα πρέπει να συνοδευτεί από μια γενικότερη μετατόπιση της οικονομικής πολιτικής προς τα Αριστερά: «Από την πλευρά των εργαζομένων, αλλά και όλης της κοινωνίας, η απάντηση θα ήταν ένα ευρύ πρόγραμμα κρατικοποιήσεων και κρατικού ελέγχου της οικονομίας, με αφετηρία το χρηματοοικονομικό σύστημα. Η κρατικοποίηση των τραπεζών θα εξασφάλιζε την επιβίωσή τους, αποφεύγοντας ένα σενάριο μαζικών αναλήψεων από τους καταθέτες. Επίσης, θα επιβάλλονταν έλεγχοι στο κεφάλαιο και το ξένο συνάλλαγμα, ώστε να αποφευχθεί η έξοδος κεφαλαίου από τη χώρα και να ελαχιστοποιηθούν οι κερδοσκοπικές συναλλαγές. Έτσι, θα δημιουργούνταν συνθήκες οι οποίες θα επέτρεπαν την υιοθέτηση μιας βιομηχανικής πολιτικής που θα άλλαζε την ισορροπία της εγχώριας οικονομίας, ενδυναμώνοντας τον παραγωγικό τομέα. Μεσοπρόθεσμα, η πηγή της ανάπτυξης θα ήταν περισσότερο η αποφασιστική αναδιάρθρωση της οικονομίας, και λιγότερο η αύξηση των εξαγωγών λόγω υποτίμησης».
Το πρόγραμμα αυτό έχει κάποιες ομοιότητες με αυτό που υιοθέτησε η ριζοσπαστική-αριστερή συμμαχία «Οι Άνθρωποι πάνω από τα Κέρδη» (People Before Profit ) στη νότια Ιρλανδία τον Απρίλιο 2009. Παρόλο που η «Εναλλακτική Οικονομική Ατζέντα» της συμμαχίας δεν αφορά άμεσα στο ευρώ, προτείνει την κρατικοποίηση των τραπεζών, τη δημιουργία ενός κρατικού τραπεζικού συστήματος, και μιας Κρατικής Κατασκευαστικής Αρχής η οποία θα οργανώσει ένα πρόγραμμα δημοσίων έργων, την ανάπτυξη νέων στρατηγικών βιομηχανιών, την αναμόρφωση των φόρων και των συντάξεων, ώστε να σταματήσει η επικίνδυνη εξάρτηση της Ιρλανδικής οικονομίας από το νεοφιλελεύθερο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Οι προτάσεις του RMF, όπως αυτές συνοψίζονται από το βασικό συγγραφέα τον Κώστα Λαπαβίτσα, τους τελευταίους μήνες έχουν προκαλέσει μια μεγάλη συζήτηση -και αντίθεση- στη ριζοσπαστική Αριστερά στην Ελλάδα. Δύο είναι οι κύριες γραμμές κριτικής. Η μια είναι ότι η αποχώρηση από το ευρώ είναι μια υπαναχώρηση προς τον εθνικισμό. Αυτή η ανησυχία δεν είναι καθόλου γελοία. Για πολύ καιρό, κυριαρχούσε στην ελληνική Αριστερά μια έντονα εθνικιστική εκδοχή του Ευρωσκεπτικισμού, τόσο στο σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ μέχρι την άνοδο του στην εξουσία το 1981, όσο και στο ισχυρό αλλά σταλινικό ΚΚΕ μέχρι σήμερα. Η τάση αυτή βασίζεται σε μια βαθύτερη αντίληψη της Ελλάδας ως μια χώρα «εξαρτημένη», καταπιεσμένη από τις ΗΠΑ και την Ε.Ε., αντί η χώρα που είναι σήμερα, δηλαδή μια σχετικά ανεπτυγμένη μητροπολιτική καπιταλιστική χώρα (αντίστοιχα, είναι συνήθης στη Ρεπουμπλικάνικη Αριστερά μια παρόμοια αντίληψη της νότια Ιρλανδίας ως μια «νεοαποικία»).
Πάντως, η ευρωζώνη είναι υπαρκτή και οφείλουμε να τη λάβουμε υπόψη μας. Το σύστημα της ευρωζώνης δεν έχει μόνο ενσωματώσει το νεοφιλελευθερισμό στη θεσμική του αρχιτεκτονική, αλλά, όπως έχουν δείξει επανειλημμένα εκθέσεις του RMF και όπως αναφέρει και ο Χριστάκης Γεωργίου στο ίδιο τεύχος, το σύστημα εμπεριέχει μια ιεραρχία στην οποία οι περιφερειακές οικονομίες όπως αυτές της Ελλάδας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και της νότιας Ιρλανδίας αποτελούν τις αγορές και τους δανειολήπτες για τις ισχυρότερες Δυτικοευρωπαϊκές οικονομίες, και πρώτης και καλύτερης της Γερμανικής. Επιπλέον, οι σημερινές προσπάθειες «μεταρρύθμισης» της ευρωζώνης έχουν ως στόχο να ενδυναμώσουν ακόμα περισσότερο το νεοφιλελεύθερο πολιτικό καθεστώς και να υποτάξουν τις δήθεν απείθαρχες περιφερειακές οικονομίες.
Η λογική της αντίστασης στα μέτρα λιτότητας οδηγεί αναπόφευκτα στη στάση πληρωμών και την αποχώρηση από το ευρώ. Η ιδέα ότι μια τέτοια πολιτική σημαίνει και την εγκατάλειψη του διεθνισμού βασίζεται σε μια προσέγγιση για την ιστορία, κατά την οποία υπάρχει μια γραμμική κίνηση από το εθνικό, στο Ευρωπαϊκό και από εκεί στο διεθνές επίπεδο. Αλλά η ιστορία εξελίσσεται διαλεκτικά, με ξαφνικές στροφές και επιστροφές και όχι σε μια ευθεία γραμμή. Μια απόσχιση από το ευρώ στην Ελλάδα ή και αλλού, που θα οδηγούσε σε μια επιτυχή υπεράσπιση των θέσεων εργασίας, των υπηρεσιών και του βιοτικού επιπέδου θα μπορούσε να δράσει ως φάρος για ένα νέο, μαχόμενο διεθνισμό, που θα μπορούσε να δημιουργήσει μια τελείως διαφορετική Ευρώπη.
Η δεύτερη κριτική είναι πιο σοβαρή. Η αποχώρηση από το ευρώ δεν θα ήταν απαραιτήτως προς όφελος των εργαζομένων. Η επιστροφή στο παλιό νόμισμα, τη δραχμή, κατά πάσα πιθανότητα θα οδηγούσε σε μια σημαντική σε μέγεθος υποτίμηση. Όντως, όπως τονίζει η έκθεση του RMF, αυτό είναι ένας από τους λόγους που ωθεί για αποχώρηση από την ευρωζώνη: ότι οι αδύνατες οικονομίες όπως αυτή της Ελλάδας έχουν υποχρεωθεί να είναι δεμένες στη γερμανική οικονομία, όπου το εργατικό κόστος έχει μειωθεί κατά πολύ συγκριτικά με τα υπόλοιπα μέλη της ευρωζώνης, χωρίς οι αδύναμες οικονομίες να κατέχουν το παραδοσιακό εργαλείο της υποτίμησης του νομίσματός τους για να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητα τους.
Η υποτίμηση θα μείωνε τις τιμές των ελληνικών εξαγωγών σε σύγκριση με αυτές των ανταγωνιστών τους. Αλλά, επειδή η υποτίμηση φέρνει και άνοδο των τιμών των εισαγωγών, το πιθανό αποτέλεσμα θα ήταν μια αύξηση του πληθωρισμού και άρα μια μείωση των αληθινών μισθών, εκτός και αν οι εργαζόμενοι αντιδράσουν αποτελεσματικά. Σε σημαντικούς σταθμούς στην ιστορία του βρετανικού καπιταλισμού -το 1931, το 1967, το 1992, το 2008- η υποτίμηση έχει χρησιμοποιηθεί ως ένα μέσο αύξησης της ανταγωνιστικότητας και αύξησης του ρυθμού εκμετάλλευσης. Μια από τις εκδοχές του κεϋνσιανισμού (όχι απαραίτητα αυτή του ίδιου του Κέϋνς) θεωρεί την υποτίμηση και τον πληθωρισμό πιο αποτελεσματικό τρόπο μείωσης των πραγματικών μισθών και αύξησης των κερδών, από τις καθιερωμένες προσπάθειες μείωσης των ονομαστικών μισθών.
Χωρίς αμφιβολία, αν το πρόγραμμα λιτότητας της κυβέρνησης Παπανδρέου διαφανεί ότι αποτυγχάνει, σημαντικοί κύκλοι του ελληνικού κεφαλαίου μπορεί να στραφούν προς τη λύση της στάσης πληρωμών και της υποτίμησης για να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα και τα κέρδη τους. Άλλωστε, όπως τονίζει η τελευταία έκθεση του RMF, αυτή είναι ακριβώς η πολιτική που ακολούθησε η Ρωσία το 1998 και η Αργεντινή το 2001 όταν αντιμετώπισαν χρηματοοικονομικά κραχ. Αλλά αυτό που δείχνει μια τέτοια επιλογή, είναι ότι η στάση πληρωμών και η αποχώρηση από το ευρώ δεν είναι πανάκεια. Η αναδιανεμητική πάλη, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη για το ποια τάξη θα πρέπει να πληρώσει για την κρίση, θα συνεχιζόταν. Αυτό όμως δεν αλλάζει το γεγονός ότι η στάση πληρωμών και η αποχώρηση από το ευρώ, με τη συνεπακόλουθη ακύρωση των μέτρων λιτότητας, θα δημιουργούσε πιο ευνοϊκές συνθήκες για την υπεράσπιση των μισθών, των συντάξεων, των θέσεων εργασίας και των υπηρεσιών, και ειδικότερα για την πάλη για τα ευρύτερα εναλλακτικά προγράμματα που προτείνει το RMF και η συμμαχία «Άνθρωποι πάνω από τα Κέρδη».
Μια τρίτη αντίρρηση -η οποία δεν φαίνεται να έχει προχωρήσει στις συζητήσεις στην Ελλάδα- θα ήταν ότι αυτά τα προγράμματα δεν είναι τίποτα παραπάνω από την εναλλακτική οικονομική στρατηγική που πρότεινε η μεταρρυθμιστική Αριστερά τη δεκαετία του 1970. Όπως είχε υποστηρίξει ο Tony Benn οι σύμμαχοί του και το Κομμουνιστικό Κόμμα, η στρατηγική που πρότειναν ήταν μια σειρά από μέτρα για να αυξηθεί ο κρατικός έλεγχος της οικονομίας, ώστε να μειωθεί ο έλεγχος των πολυεθνικών επιχειρήσεων και να αναδιαρθρωθεί η βρετανική οικονομία προς έναν πιο δυναμικό και ανταγωνιστικό καπιταλισμό.
Είναι όντως αλήθεια ότι το περιεχόμενο των προγραμμάτων του RMF και του «Άνθρωποι πάνω από τα Κέρδη» ταυτίζονται σε πολλά σημεία με αυτό της εναλλακτικής οικονομικής στρατηγικής. Αλλά η απόρριψη τους με αυτά τα επιχειρήματα, σημαίνει ότι αγνοούμε εντελώς το τωρινό πλαίσιο, το οποίο είναι ριζικά διαφορετικό από αυτό της δεκαετίας του 1970. Μετά από μια γενιά απορρυθμίσεων που προκάλεσαν μια καταστροφική οικονομική ύφεση, η πρόταση μέτρων για μεγαλύτερο πολιτικό έλεγχο της οικονομίας είναι μια επιθετική στρατηγική που προκαλεί την εξουσία του κεφαλαίου. Σε αυτό το σημείο, είναι σημαντικό το πώς αντιλαμβανόμαστε το πρόγραμμα. Αν αντιμετωπιστεί, όπως έγινε με την εναλλακτική οικονομική στρατηγική, ως μια μεταρρυθμιστική προσπάθεια διάσωσης του καπιταλισμού, τότε οι κίνδυνοι είναι προφανείς. Αλλά, αν θεωρηθεί ως ένα σύνολο μεταβατικών αιτημάτων, με την ίδια έννοια που αυτά θεωρήθηκαν ως τέτοια από τη Κομμουνιστική Διεθνή και τον Τρότσκι, τότε όλα αλλάζουν.
Τα μεταβατικά αιτήματα ξεκινούν από τις άμεσες ανάγκες του αγώνα, αλλά η λογική της ικανοποίησης τους προϋποθέτει τη σύγκρουση με το κεφάλαιο. Όπως αναφέρεται στις «Θέσεις για την Τακτική» που υιοθέτησε το Τρίτο Συνέδριο της Κομιτερν το 1921: « Τα κομμουνιστικά κόμματα δεν προτείνουν μινιμαλιστικά προγράμματα για να ενδυναμώσουν και να βελτιώσουν την τρεκλίζουσα δομή του καπιταλισμού. Η καταστροφή αυτής της δομής παραμένει ο βασικός τους στόχος και η άμεση αποστολής τους. Αλλά για να εκπληρώσουν την αποστολή αυτή, τα κομμουνιστικά κόμματα θα πρέπει να προτάσσουν αιτήματα των οποίων η ικανοποίηση αποτελεί την άμεση και επείγουσα ανάγκη της εργατικής τάξης, και πρέπει να αγωνιστούν για αυτά τα αιτήματα με μαζικό αγώνα, ανεξάρτητα από το αν είναι συμβατά ή όχι με την οικονομία της κερδοφορίας της καπιταλιστικής τάξης. Στη θέση των μινιμαλιστικών προγραμμάτων των μεταρρυθμιστικών και των κεντρώων, η Κομιντέρν βάζει τον αγώνα για τις απτές ανάγκες του προλεταριάτου, για ένα σύστημα αιτημάτων που στο σύνολο τους θα απόδομήσουν την εξουσία της αστικής τάξης, θα οργανώσουν το προλεταριάτο, θα αποτελέσουν στάδια στον αγώνα για τη δικτατορία του προλεταριάτου και κάθε αίτημα θα εκφράζει από μόνο του τις ανάγκες των ευρύτερων μαζών, ακόμα και αν οι ευρύτερες μάζες δεν είναι συνειδητά υπέρ μιας δικτατορίας του προλεταριάτου».
Αυτός είναι ο τρόπος που θα πρέπει γίνουν κατανοητά αυτά τα προγράμματα. Η στάση πληρωμών, η κρατικοποίηση των τραπεζών, η θέσπιση ελέγχων στο κεφάλαιο, τα προγράμματα δημοσίων επενδύσεων -όλα αυτά είναι απαραίτητα για να καλύψουν τις ανάγκες της μεγάλης πλειοψηφίας σε οικονομίες που είναι κατεστραμμένες από την ύφεση και την κερδοσκοπία. Αλλά η εφαρμογή τους σημαίνει μια μαζική αντιπαράθεση με τις υπάρχουσες δομές της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή τους δείχνει το δρόμο όχι προς την αναδιάρθρωση του καπιταλισμού, αλλά πέρα από αυτήν.
Αυτό δε σημαίνει ότι αυτά τα προγράμματα είναι ευρύτερα εφικτά ή ολοκληρωμένα -η αποχώρηση από το ευρώ φυσικά, δε σημαίνει τίποτα για τη Βρετανία. Για παράδειγμα, καθώς όλα τους έχουν ως αφετηρία τις συνέπειες της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης, δεν αναφέρουν καθόλου το σημαντικότατο θέμα της κλιματικής αλλαγής. Η Εκστρατεία κατά της Κλιματικής Αλλαγής (Campaign against Climate Change) έχει δημοσιεύσει, με την υποστήριξη πολλών συνδικάτων, μια έκθεση και ένα φυλλάδιο που παρουσιάζουν λεπτομερείς προτάσεις για να δημιουργηθούν ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας σε βιομηχανίες εναλλακτικών πηγών ενέργειας, για να αναμορφωθούν σπίτια και δημόσια κτίρια σε μια βάση χαμηλής κατανάλωσης διοξειδίου του άνθρακα, και στα μέσα μαζικής μεταφοράς, ένα πρόγραμμα το οποίο τώρα έχει υποστηριχθεί από τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών. Αυτές οι προτάσεις θα είχαν το διπλό όφελος της μείωσης εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και της αντιμετώπισης της κρίσης της ανεργίας που ακόμα και το ΔΝΤ πλέον παραδέχεται. Μετά την Κοπεγχάγη, ποιός έχει αμφιβολίες ότι αυτές οι προτάσεις θα μπορούσαν να κερδηθούν μόνο ενάντια και παρά την μανιώδη αντίσταση του κεφαλαίου;
Και φυσικά, οποιοδήποτε πρόγραμμα είναι κενό χωρίς την πολιτική βούληση και την κοινωνική εξουσία που θα το κάνουν πραγματικότητα. Το αν αυτές θα υπάρξουν εξαρτάται από τα κινήματα που θα αναπτυχθούν ενάντια στη λιτότητα. Η αντίσταση μπορεί να χρειάζεται μια εναλλακτική πολιτική, αλλά αυτή η εναλλακτική πολιτική θα παραμείνει ένα όνειρο χωρίς την ανάπτυξη της αντίστασης. Σε κάθε περίπτωση, ένα σημαντικό στοιχείο μιας αποτελεσματικής απάντησης από την πλευρά της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στην κρίση είναι να εξηγήσουμε τόσο αυτό που επιθυμούμε, όσο και αυτό στο οποίο εναντιωνόμαστε.

Τελευταίες αναρτήσεις
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s